«ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ»

E-mail Print

«ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ»*

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για όσους θέλουν να γνωρίσουν και να αξιοποιήσουν πρακτικά την ευρωπαϊκή εμπειρία από τις εφαρμογές, σε διάφορες χώρες, ενός εναλλακτικού ‘ψυχιατρικού παραδείγματος – μια ψυχιατρικής που θα έπρεπε επιτέλους να συλλαμβάνεται και να ασκείται με τρόπο που, όπως έλεγε ο Basaglia, «για να είναι ο ασθενής ‘πρόσωπο’ και να περιθάλπεται και να θεραπεύεται ως τέτοιο», θα έπρεπε και εμείς «να ξεχάσουμε ότι είμαστε ψυχίατροι και να θυμηθούμε ότι είμαστε ‘πρόσωπα’».

Στα περιεχόμενα του συνοψίζεται ο εξαιρετικός πλούτος μιας γνώσης που έχει προέλθει από την πρακτική εμπειρία και την επεξεργασία της, μέσα από την προσωπική συμμετοχή των συγγραφέων σε πρακτικές απεξάρθρωσης και υπέρβασης του κατεστημένου ψυχιατρικού θεσμού σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και ταυτόχρονης οικοδόμησης υπηρεσιών ριζικά εναλλακτικών στον εγκλεισμό - μιας γνώσης θεωρητικής και πρακτικής, πολιτικής και τεχνικής για το γκρέμισμα των τοίχων, όχι μόνο των πέτρινων, αλλά και των ψευδοεπιστημονικών σχημάτων και των νοητικών κατασκευών που αντικειμενοποιούν τον άνθρωπο και τον ψυχικό του πόνο, αλλά και των κοινωνικών στερεότυπων και πρακτικών που ταξινομούν, ετικετάρουν και αποκλείουν - ως το μόνο τρόπο για ν΄ ανοιχτεί ένας δρόμος προς μιαν ουσιαστική συνάντηση με αυτό που αποκαλείται ‘ψυχική αρρώστια’.

Δεν είναι τυχαίο που μιλώντας στην παρουσίαση ενός βιβλίου όπως αυτό, με τίτλο «Πέρα από τους τοίχους», αυτό που, σχεδόν αυτόματα, συνειρμικά, μου έρχεται στο νου είναι ένας άλλος τοίχος, που δεν υπάρχει ακόμα, αλλά πρόκειται σύντομα να υψωθεί από την ελληνική κυβέρνηση, ένας πέτρινος και συρμάτινος τοίχος μήκους 12 χιλιομέτρων, στα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία, προκειμένου να μπει φραγμός στη μαζική είσοδο εξαθλιωμένων μεταναστών από την Ασία και την Αφρική. Μεταναστών που συνωστίζονται και στην Ελλάδα (αδυνατώντας να φύγουν από αυτήν προς την υπόλοιπη Ευρώπη λόγω των αποφάσεων που έχει πάρει και των κανονισμών εφαρμόζει η ΕΕ), σπρωγμένοι από την μαζική εξαθλίωση και την πείνα στην οποία τους έχουν καταδικάσει οι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις του διεθνούς κεφαλαίου και η λειτουργία της λεγόμενης ‘ελεύθερης αγοράς’, αλλά και οι στρατιωτικές εκστρατείες της Δύσης στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν (πχ, ελληνικός στρατός συμμετέχει πειθήνια στην εκστρατεία στο Αφγανιστάν) και αλλού. Μεταναστών που κατά δεκάδες πνίγονται έξω από τα νησιά του Αιγαίου προσπαθώντας να διαφύγουν από τις στρατιωτικές δυνάμεις που περιπολούν (ενίοτε σπρωγμένοι μέσα στα νερά από τις ίδιες αυτές δυνάμεις), ακριβώς παραδίπλα στις ακτές που οι τουρίστες των ελληνικών νησιών κάνουν το μπάνιο τους. Και αναρωτιέμαι : πώς είναι δυνατό η κυβέρνηση μιας χώρας (παραδοσιακά, ‘χώρας μεταναστών’) που υψώνει (με τις ευλογίες της ΕΕ) ένα τόσο μεγάλο τοίχο κατά των μεταναστών, μιας χώρας που έχει γίνει πρωτοπόρος στο κρατικά κατευθυνόμενο ρατσισμό, στην απροκάλυπτη κακομεταχείριση και τον βασανισμό των εκατοντάδων χιλιάδων ‘απόβλητων’ της παγκοσμιοποίησης που συνωστίζονται στην Ελλάδα, μιας χώρας σε κατάσταση χρεοκοπίας που, απλώς, δεν έχει επίσημα κηρυχτεί και της οποίας, αυτή η κυβέρνηση, εφαρμόζει, κατ΄ επιταγήν του ΔΝΤ και της ΕΕ, πολιτικές που καταστρέφουν το βιοτικό επίπεδο, εξαπλώνουν την ανεργία σε πρωτοφανή έκταση και κατεδαφίζουν την Υγεία, την Παιδεία, την Κοινωνική Πρόνοια, κάθε έννοια ‘δημόσιου’, πώς είναι δυνατό αυτή, η ίδια κυβέρνηση, να εφαρμόσει πολιτικές που γκρεμίζουν τους τοίχους του ψυχιατρικού ασύλου (όταν μάλιστα ουδόλως το έχουν κάνει μέχρι τώρα οι διαδοχικές κυβερνήσεις εδώ και 25 χρόνια), πολιτικές που δημιουργούν προϋποθέσεις για την υπέρβαση της επικρατούσας ιδρυματικής βαρβαρότητας, για μια άλλη ψυχιατρική που δεν αντικειμενοποιεί, δε καθηλώνει, δεν κλειδώνει, αλλά διαλέγεται, διαπραγματεύεται, κατανοεί και απαντά σε ανάγκες, αντί να τις καταστέλλει..

Καμιά φορά μιλάμε σαν οι τοίχοι, ιδιαίτερα οι πέτρινοι, να είναι πίσω μας (του Βερολίνου), ή σαν απλώς να έχουμε να γκρεμίσουμε αυτούς που υπάρχουν (πχ, αυτού που ύψωσαν οι σιωνιστές στη Παλαιστίνη), ενώ οι αόρατοι τοίχοι και διαχωρισμοί δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν, να βαθαίνουν και να πολλαπλασιάζονται (φυλετικοί, εθνικοί, ταξικοί κοκ), και ενώ φαίνεται ότι έχουμε ήδη περάσει σε μιαν εποχή που είναι συνυφασμένη με την εκ νέου μαζική οικοδόμηση και πέτρινων, ορατών τοίχων, με την επάνοδο, πλέον, της όλο και πιο ανοιχτής και απροκάλυπτης και όχι απλώς συγκεκαλυμμένης βίας.

Γιατί τι άλλο είναι τα τείχη (και οι τοίχοι) που πρέπει να υπερβούμε για συναντήσουμε πραγματικά τον ‘άλλο’, και, μέσω αυτού τον εαυτό μας, αν όχι ένας τρόπος του σχετίζεσθαι, που προσδιορίζεται από ένα τρόπο κοινωνικής οργάνωσης που βασίζεται στην ταξική διαίρεση και στην αντιπαράθεση των απόλυτων ταυτοτήτων, εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών κοκ, αλλά και που διακρίνεται, σ΄ ένα άλλο επίπεδο, από την προϊούσα, την προηγούμενη περίοδο, αποσυλλογικοποίηση και εξατομίκευση, με τη δημιουργία ενός κοινωνικού ιστού που συγκροτείται από την αντιπαράθεση ανταγωνιζόμενων ατομικοτήτων.

Θα θυμηθώ, εδώ, και πάλι τον Basaglia, στη αφήγηση που κάνει για την επίσκεψή του σ΄ ένα ψυχιατρείο στη Αγγλία, όταν ήταν ακόμα πολύ νέος. Βλέποντας τη διαφορά από αυτό που ήξερε από την Ιταλία εκείνης της περιόδου ρωτάει «τι σημαίνει ίδρυμα;» Και η απάντηση που πήρε από τον συνομιλητή του, σε συνδυασμό με τα βλέμμα που αυτός έριξε γύρω στο δωμάτιο εντός του ψυχιατρείου στο οποίο βρίσκονταν, ήταν «το ίδρυμα είναι…αυτό». Και είναι σημαντική η ενόραση, όπως την ονομάζει, του Basaglia εκείνη τη στιγμή: «Το ίδρυμα είμαστε εμείς οι δυο…οι συζητήσεις που κάναμε εκείνη τη στιγμή, ήταν συζητήσεις που έκλειναν ή άνοιγαν το ίδρυμα που είμαστε εμείς οι δύο…». Και δεν παραλείπει να υπογραμμίσει: «αυτό ήταν στη συζήτηση, γιατί στη συνέχεια είναι το να πράξεις». Είναι η πράξη...

Σε διάφορα κείμενα του βιβλίου επανέρχεται το ζήτημα της μηχανικής καθήλωσης (και είναι μόνο σε μια τέτοια κατεύθυνση, όπως αυτή στην οποία κινούνται οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, που μπορεί να το δει κανείς αυτό) ως μια ακραία στιγμή στη διαδικασία της ακύρωσης και της πραγμοποίησης του προσώπου μέσα στο (και από το) σύστημα της κατεστημένης ψυχιατρικής. Είναι μια πρακτική που αντανακλά την φτώχεια (θεωρητική και θεραπευτική) της ψυχιατρικής και την ανικανότητά της ν΄ αντιμετωπίσει το ψυχικά πάσχων άτομο ως υποκείμενο, ως ένα ανθρώπινο ον στην ολότητα του και με πλήρη αναγνώριση των δικαιωμάτων του.

Πιστεύω ότι αυτό που ο G. Agamben έχει περιγράψει και αποκαλέσει ‘homo sacer’ και που αφορά την κατάσταση του απογυμνωμένου από κάθε δικαίωμα ανθρώπου από την άσκηση της κυριαρχίας και του ελέγχου από έναν κυρίαρχο μέσω μιας «κατάστασης εξαίρεσης» (μια κατάσταση, δηλαδή, στην βάση της οποίας, ο κυρίαρχος μπορεί να κάνει οτιδήποτε πάνω σ΄ αυτή την «γυμνή ζωή», χωρίς να θεωρείται ότι διαπράττει αδίκημα ή έγκλημα), αφορά και την κατάσταση στη οποία, παραδοσιακά και μέχρι τις μέρες μας, περιέρχεται ο ψυχικά πάσχων απέναντι στην ψυχιατρική εξουσία. Μια εξουσία, δηλαδή, που και αυτή (στην επικρατούσα εκδοχή της, της κατεστημένης θεσμικής ψυχιατρικής) λειτουργεί μέσα από «διαρκείς καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» και μέσα από ένα διαρκή έλεγχο πάνω στον ψυχικά πάσχοντα μέσω μιας «κατάστασης εξαίρεσης».

Η θεωρία της «εκτάκτου ανάγκης» δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια θεωρία της «εξαίρεσης», χάρη στην οποία, «μια απομονωμένη περίπτωση απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τηρείται γι΄ αυτήν ο νόμος».

Ωστόσο, η έννοια της «εκτάκτου ανάγκης» δεν έχει μιαν αντικειμενική βάση, ένα αντικειμενικό κριτήριο, βάσει του οποίου κηρύσσεται. Είναι μια τελείως υποκειμενική έννοια που σχετίζεται με τις προθέσεις, τους στόχους, τους σκοπούς που κάποιος επιδιώκει.

Μέσα σ΄ ένα σύστημα (όπως το ψυχιατρικό, αλλά όχι μόνο), που λειτουργεί στη βάση μιας «διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης», είναι αναμενόμενο ότι, σε κάθε στιγμή, η «έκτακτη ανάγκη» μπορεί να κατασκευαστεί και ακολούθως να επιβεβαιωθεί από την υποκειμενική κρίση αυτών που έχουν την εξουσία, δηλαδή, εν προκειμένω, των ψυχιάτρων.

Για να μπορέσει να υπάρξει μια άλλου τύπου συνάντηση με τον ψυχικά πάσχοντα, για να βγουν πρακτικές, όπως οι μηχανικές καθηλώσεις, εκτός πάσης συζήτησης και να υπάρχουν μόνο ως έκθεμα στα μουσεία της ψυχιατρικής βαρβαρότητας, είναι αναγκαία η υπέρβαση του ψυχιατρείου (ως, εκ της φύσεώς του, ολοπαγούς ιδρύματος) και η μεταφορά των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα. Το ψυχιατρείο πρέπει να ξεπεραστεί όχι απλώς ως χώρος αλλά, πρωτίστως, ως τρόπος αντιμετώπισης (εκμηδένισης, αντικειμενοποίησης, πραγμοποίησης) του ψυχικά πάσχοντος προσώπου. Η υπέρβαση του ψυχιατρείου, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι παρά μια στιγμή στην υπέρβαση (ανατροπή) της δεδομένης Κοινωνικής Τάξης, που παράγει τους ποικίλους αποκλεισμούς και λειτουργεί ταξινομώντας, ετικετάροντας και τοποθετώντας ομάδες στην κατάσταση του ‘homo sacer’.

Το ζήτημα, δηλαδή, της άρνησης και της υπέρβασης των «καταστάσεων εξαίρεσης» και των «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης» (ως καταστάσεων μιας γενικευμένης «ανομίας» που έχει μετατραπεί σε επικρατούσα κανονικότητα), οι οποίες αφορούν όχι μόνο τα ψυχικά πάσχοντα υποκείμενα, αλλά όλους τους περιθωριοποιημένους, αποκλεισμένους και καταπιεσμένους ανθρώπους, είναι, πρωτίστως, ένα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα.

Τα περιεχόμενα του βιβλίου για το οποίο συζητούμε σήμερα, η καταγεγραμμένη εμπειρία και πρακτική, αλλά και το θεωρητικό της υπόβαθρο, είναι ένας αδιάψευστος μάρτυς ότι αυτό που φαίνεται ως εξαιρετικά δύσκολο έως και αδύνατο, σε μιαν εποχή σαν αυτή, είναι δυνατό και ένας από τους όρους για να γίνει δυνατό είναι τα εργαλεία, οι ιδέες και οι κατευθύνσεις που περιέχονται σ΄ αυτό.

Θ. Μεγαλοοικονόμου

 

 

*Συμμετοχή στην παρουσίαση του βιβλίου «Πέρα από τους τοίχους. Η Αποϊδρυματοποίηση στις πιο καλές Ευρωπαϊκές πρακτικές στην ψυχική υγεία» (δίγλωσση έκδοση, «Beyond the walls» και «Oltre i muri»), που έγινε στη Τεργέστη, στις 13 Απρίλη 2011.


 

Διαβάστε...

ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ Ψ.ΥΓΕΙΑΣ

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ