Είναι γνωστό ότι η ανακάλυψη, στη δεκαετία του 50, των σύγχρονων ψυχοφαρμάκων και η σχετική επιτυχία που είχαν στον έλεγχο των συμπτωμάτων των σοβαρών ψυχικών διαταραχών, αλλά και η ανάπτυξη των τεχνικών λειτουργικής απεικόνισης του εγκεφάλου (μαγνητική απεικόνιση, τομογραφία ποζιτρονίου κλπ), οδήγησαν στην παγίωση και ισχυροποίηση της Βιολογικής Ψυχιατρικής, έτσι ώστε αυτή βαθμιαία να παρουσιαστεί ως ο αντιπρόσωπος των νευροεπιστημών στην Ψυχιατρική.


Η Βιολογική Ψυχιατρική αποτελεί παρακλάδι ενός ολόκληρου συστήματος αντιλήψεων και πρακτικών που βασίζεται στη βιολογικοποίηση των νοητικών λειτουργιών και ιδιαίτερα των δυσλειτουργιών. Αυτό το ρεύμα ιδεών και πρακτικών έχει μια μακρά ιστορία και πήρε πολλές ονομασίες στις βιολογικές και ιατρικές επιστήμες, ιδιαίτερα από το 19ο αιώνα και μέχρι σήμερα - από τις θεωρίες περί «εκφυλισμού» μέχρι τις σύγχρονες μοριακές θεωρίες.

 

Αυτό που διαφεύγει από τα γνωστά και επιτρεπόμενα σχήματα, νοητικά, πολιτικά, πολιτιστικά, ηθικά, αυτό που αντιτίθεται και αμφισβητεί, ή, απλώς, «διαφέρει», υπάρχει η ετοιμότητα να ετικετάρεται και να ταξινομείται (και επομένως, να στιγματίζεται και να περιθωριοποιείται), αλλά και να κατηγοριοποιείται ως «ακατανόητο» και αυτοαναφορικό, ως κενό νοήματος και στερούμενο επικοινωνιακής σημασίας και επομένως… «βιολογικό» – όπως, πχ, συμβαίνει με την επικρατούσα αντιμετώπιση της ψυχωτικής εμπειρίας. Βιολογικό, στη λογική της εν λόγω αναγωγιστικής σκέψης και κουλτούρας, σημαίνει «μειονεκτικό», «κατώτερο», «αμετάστρεπτο», «ανίατο», πράγμα που συνεπάγεται και τις αντίστοιχες πρακτικές (θεραπευτική και κοινωνική εγκατάλειψη, αποκλεισμός, εγκλεισμός - έως και εξόντωση).(Basaglia, 1982) Παρόμοιες λειτουργίες εξυπηρετεί και η ασύμμετρη ψυχολογικοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνικών διεργασιών και αλληλεπιδράσεων.

 

Η αναγωγή του κοινωνικού στο ατομικό/ψυχολογικό και αυτού στο εγκεφαλικό/βιολογικό (και τις τελευταίες δεκαετίες, στο μοριακό) ήταν πάντα και είναι σήμερα, περισσότερο από ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού, η κύρια στρατηγική της βιο-εξουσίας.

 

Αναφερόμαστε σ΄ αυτό τον όρο με την έννοια του Foucault (1978), που βλέπει την

εξουσία, από την κλασσική εποχή και ύστερα, να συνίσταται στην επιδίωξη μιας θετικής επιρροής πάνω στη ζωή, σε μια προσπάθεια να την διοικήσει και να την πλάσει, να την υποτάξει σε ακριβείς ελέγχους και ολόπλευρες ρυθμίσεις.

 

Η βιο-εξουσία, κατά τον Foucault, είναι ένα σχέδιο «υπολογισμένης διαχείρισης» της ατομικής ζωής του καθενός και του πληθυσμού ως σύνολο. Αυτό επρόκειτο να συμβεί σε διάφορα πεδία - στο εργοστάσιο, στο σχολείο, στα στρατόπεδα, στη φυλακή και στο ψυχιατρικό ίδρυμα, στο κρατικό ενδιαφέρον για το ρυθμό των γεννήσεων και για το προσδόκιμο επιβίωσης του πληθυσμού, για τη δημόσια υγεία, τη στέγαση και τη μετανάστευση. Η σεξουαλικότητα είναι ένα από τα αντικείμενα που εμφανίστηκαν στη λειτουργία της εξουσίας αυτού του τύπου.

 

Οι λειτουργίες (τεχνικές) της βιο-εξουσίας, συνεχίζει ο Foucault, αναδύθηκαν ως ένα

εκ των ουκ άνευ στοιχείων για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. «(Ο καπιταλισμός) δεν θα ήταν δυνατός χωρίς την ελεγχόμενη ένταξη των σωμάτων στο μηχανισμό της παραγωγής και την προσαρμογή των φαινομένων του πληθυσμού στις οικονομικές διαδικασίες»…«Η προσαρμογή της συσσώρευσης των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου, η συνάρθρωση της ανάπτυξης ανθρώπινων ομάδων με την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη διαφορική κατανομή του κέδρους, έγιναν δυνατά, ως ένα βαθμό, χάρη στην άσκηση της βιο-εξουσίας, με τις πολλαπλές μορφές και μεθόδους της. Η επένδυση του ζωντανού σώματος, η αξιοποίηση και η διανεμητική διαχείριση των δυνάμεών του, υπήρξαν, σ΄ εκείνη τη φάση, απαραίτητα». (Foucault, 1978).

 

Η νέα πραγματικότητα στην οποία πρέπει «ελεγχόμενα να ενταχθούν και να διοικηθούν τα ανθρώπινα σώματα» και να «προσαρμοστεί η συσσώρευση των ανθρώπων στη συσσώρευση του κεφαλαίου», είναι αυτή της όψιμης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, με τη γενίκευση των επισφαλών σχέσεων εργασίας και συνθηκών ύπαρξης. 

 

Η προώθηση των βιο-τεχνικών και της βιο-ψυχιατρικής, με τη λογική που διέπει το νήμα της βιο-αναγωγιστικής σκέψης, αποκτά, στην περίοδο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς, υπό την αιγίδα του γνωστού ως «βιοτεχνο-φαρμακο-βιομηχανικού συμπλέγματος», που ωθεί αποφασιστικά τη ζωή των ανθρώπων, ως ατόμων και ως συλλογικότητας (ως πληθυσμού), προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση. (Di Paola, 2000).

 

Αν γυρίσουμε λίγο πίσω θα δούμε ότι, γύρο στη δεκαετία του 70, κορυφώνεται (με επίκεντρο τις ΗΠΑ και άλλες προηγμένες καπιταλιστικές χώρες) μια διεθνής τάση που έγκειται στη ραγδαία άνοδο του αιτήματος για προσφορά ψυχολογικών/ ψυχιατρικών υπηρεσιών. Αρχικά, αυτό εμφανίστηκε ως μια τάση, με τη συμβολή της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής, να ψυχολογικοποιείται η δυσφορία που νοιώθει κανείς στη ζωή του. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, περισσότερο από το ένα τέταρτο του ενήλικα πληθυσμού των ΗΠΑ θα ζητούσε επαγγελματική βοήθεια στη διάρκεια του βίου του. (Shorter, 1997).

 

Με το DSM III (την τρίτη, δηλαδή, έκδοση του Διαγνωστικού Ταξινομικού Συστήματος της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας, το 1980) πραγματοποιείται μια ανατροπή, η οποία έλαβε χώρα μέσα σ΄ σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Οι αδιαφοροποίητοι και ασαφείς ασυνείδητοι μηχανισμοί της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής αντικαθίστανται μ΄ ένα σύστημα επακριβώς καθορισμένων και βασισμένων στο σύμπτωμα νοσολογικών οντοτήτων. Σκοπός είναι, μεταξύ άλλων, η κατασκευή διαταραχών που είναι μετρήσιμες, ποσοτικοποιήσιμες και κατάλληλες ως αντικείμενο έρευνας (βιοχημικής, μοριακής, γενετικής) με στόχο την παραγωγή φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και τροποποιητικών παρεμβάσεων στο γενετικό υλικό. Με την επικράτηση, ωστόσο, του «βιολογικού μοντέλου» όχι μόνο διατηρήθηκε το πλήρες φάσμα των εκδηλώσεων προσωπικής δυσφορίας και των διαταρακτικών συμπεριφορών που κρινόταν ότι έχρηζαν θεραπευτικής αντιμετώπισης, αλλά επεκτάθηκε σε βαθμό χωρίς προηγούμενο. (Horwitz, 2002)

 

Ετσι, δεν είναι εκπληκτικό ότι από τις 180 διαφορετικές διαταραχές που περιείχε το DSM II (1968), φτάσαμε στις 374 του DSM IV (1994).

 

Θ΄ αναφερθούμε στο παράδειγμα της κατάθλιψης, που έφτασε να ισοδυναμεί με τη δυσφορία, με το αίσθημα δυστυχίας, την αϋπνία και την ανορεξία. Δεν είναι τυχαίο ότι η διάγνωση της, μ΄ αυτό τον τρόπο οριζόμενης, κατάθλιψης αυξάνει διαρκώς και μάλιστα σε όλο και νεότερες ηλικίες. Από το 1991, οργανώνεται στις ΗΠΑ η «Εθνική Ημέρα για τη Διάγνωση της Κατάθλιψης». Κάθε χρόνο σημειώνονται νέα ρεκόρ. Το αποτέλεσμα ήταν η κατάθλιψη να αντιπροσωπεύει το 28% όλων των ιατρικών επισκέψεων. Με την εμφάνιση αντικαταθλιπτικών όπως το Prozac, η διάγνωση της κατάθλιψης και των λεγόμενων συναισθηματικών διαταραχών αυξήθηκε κατακόρυφα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «National Depression Screening Day» του 2006 οργανώθηκε, όπως άλλωστε κάθε χρόνο, με ευρεία εκστρατεία μέσω των ΜΜΕ και με σπόνσορες όλους τους φαρμακευτικούς κολοσσούς, όπως η Eli Lilly, η Forest Laboratories, η GlaxoSmithKline, η Pfizer και η Wyeth, η καθεμιά παραγωγός γνωστών αντικαταθλιπτικών. (Warner, 2006).

Είναι σημαντικό, σ΄ αυτό το σημείο, να επισημάνουμε τη διπλή διαδρομή της «κλινικής οπτικής», στην αλληλεπίδρασή της με τον ψυχικό πόνο. Από τη μια, το «ιατρικό βλέμμα» που, όπως λέει ο Umberto Galimberti, «δεν συναντά τον άρρωστο, αλλά την αρρώστια του», με τρόπο που «η υποκειμενικότητα του αρρώστου εξαφανίζεται πίσω από την αντικειμενικότητα των παθογνωμονικών σημείων». (Galimberti, 1996). Από την άλλη, η «κλινική οπτική» δεν θεμελιώνεται μόνο στο «ιατρικό βλέμμα», αλλά έρχεται «από μακριά», από την «εξουσία που παράγει», από την επιδίωξη της «θετικής επιρροής» στη ζωή και της «υπολογισμένης διαχείρισής της», η οποία λειτουργεί με τρόπο που οδηγεί σε μια βαθιά εσωτερίκευση, η οποία ενσωματώνει το «ιατρικό βλέμμα» μέσα στην εμπειρία του ψυχικού πόνου, έτσι ώστε αυτό ν΄ αποτελεί συστατικό στοιχείο της γλώσσας με την οποία αυτός εκφράζεται. Μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό/ πολιτιστικό πλαίσιο και με τη διεισδυτική επίδραση των ποικίλων παραμέτρων της βιο-πολιτικής, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ κλπ, η γλώσσα της οδύνης συχνά μορφοποιείται και διατυπώνεται στο ιατρικό, ή ψυχολογικό, ιδίωμα, απαιτώντας  τις αντίστοιχες απαντήσεις (φάρμακο και τεχνικές κάθε είδους).(Rotelli, 1988).

 

Μπορεί, όμως, η απάντηση στον ψυχικό πόνο να είναι το «χάπι της ευτυχίας», το «χάπι που ναρκώνει», το χάπι που μας κάνει να ξεχνάμε την πηγή των προβλημάτων;

 

Θα επικεντρώσουμε στην εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων στα παιδιά και συγκεκριμένα σ΄ ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει τεράστια συζήτηση διεθνώς, αυτό των «υπερκινητικών» και «απρόσεχτων» παιδιών που αποτυγχάνουν στο σχολείο, καθώς και στη φαρμακολογική αντιμετώπισή τους με τη ριταλίνη.

 

Η διαγνωστική κατηγορία πίσω από την οποία ομαδοποιούνται αυτές οι συμπεριφορές των παιδιών αναφέρεται στα Ταξινομικά Συστήματα ως «Διαταραχή Υπερκινητικότητας και Ελλειμματικής Προσοχής» (ADHD), η οποία χαρακτηρίζει καταστάσεις όπου συνυπάρχουν κινητική υπερδραστηριότητα, παρορμητικότητα και απροσεξία.

 

Γνωρίζουμε ότι οι δάσκαλοι, καθηγητές κλπ, έρχονται συχνά σε μεγάλη δυσκολία να διαχειριστούν καταστάσεις που δημιουργούνται στην τάξη από κάποια «διαφορετικά», ή «προβληματικά», όπως αμέσως χαρακτηρίζονται, παιδιά – παιδιά που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την επιθυμητή γενική πρόοδο της τάξης, δυσκολεύονται στη μάθηση και λειτουργούν διαταρακτικά - παιδιά ανήσυχα, απρόσεχτα, που δεν «υπ-ακούνε», δεν φέρνουν σε πέρας τα καθήκοντά τους, ή δεν ακολουθούν τις οδηγίες, δεν έχουν θέληση, χάνουν τα πράγματά τους, είναι παρορμητικά, ακατάστατα, ενοχλητικά, μιλάνε πολύ, διακόπτουν τους άλλους, μπερδεύονται στα πόδια των άλλων.

 

Μια από τις «εύκολες απαντήσεις» σ΄ αυτή τη δυσκολία, όπως σε πολλές άλλες ανθρώπινες αντιφάσεις, είναι το φάρμακο (ριταλίνη, Stratera κλπ).

 

Ειδικότερα η ριταλίνη (μια αμφεταμίνη που η φαρμακολογική της επίδραση δεν είναι μόνο στα παιδιά με υπερκινητικότητα, αλλά απλώνεται σε μια γενική ευνοϊκή δράση στη σχολική επίδοση), η οποία είχε αποσυρθεί παλιότερα, λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων παρενεργειών της (εθιστικό κλπ), έχει γίνει το σύμβολο του γρήγορης και επαρκούς διαχείρισης του προβλήματος, κάνοντας πιο προσεχτικό αυτόν που δεν είναι και πιο ήσυχο αυτόν που είναι πολύ ανήσυχος : το «χάπι της υπακοής».

 

Θεωρείται από τη διαταραχή πάσχει το 4% των παιδιών ηλικίας από 7 έως 15 ετών – ενώ δεν θεωρείται επιτρεπτό να τεθεί η διάγνωση του ADHD σε ηλικία κάτω των τεσσάρων ετών. Για να μπει η διάγνωση (που πρέπει να τίθεται μόνο μετά από σοβαρή κλινική εξέταση) πρέπει, όχι μόνο τα συμπτώματα να είναι σοβαρού βαθμού, αλλά και να υπάρχουν σε περισσότερα περιβάλλοντα ζωής ταυτόχρονα και, πάνω απ΄ όλα, να εμποδίζουν το παιδί να λειτουργήσει όπως θα έπρεπε, στο σπίτι, στο σχολείο, με τους φίλους, από μόνο του κλπ. Ορισμένοι, πάντως, θεωρούν το ADHD έναν απλό κατάλογο συμπεριφορικών δυσλειτουργιών, ως κάτι, δηλαδή, που δεν αρκεί για την ταυτοποίηση μιας αρρώστιας.

 

Η προσοχή και η απουσία προβλημάτων συναισθηματικού χαρακτήρα είναι τα γενικά προαπαιτούμενα για οποιουδήποτε τύπου μάθηση. Η ταυτοποίηση, ωστόσο, μιας παθολογίας της προσοχής και της κίνησης, που εμποδίζει τη μάθηση, χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αντιπροσωπεύει μια κωδικοποίηση (μια περιγεγραμμένη νόσο, ένα σύνδρομο) που έχει δραματικές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα, προσωπικό (για το παιδί), οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό.

 

Μια από τις δυσκολίες για τη διάγνωση του ADHD έγκειται στο γεγονός ότι, καθώς εξαρτάται από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των παιδιών από μέρους διαφορετικών πηγών (τους γονείς, τους δασκάλους), που συχνά διαφωνούν μεταξύ τους, γίνεται αισθητή έλλειψη μιας σαφούς μεθόδου για να αντιμετωπίζονται και να λύνονται αυτές οι αποκλίσεις. Μια από τις πηγές των αποκλίσεων είναι ότι οι συμπεριφορές επηρεάζονται από το περιβάλλον. (Wolraich, 2000). Η σχολική τάξη, επομένως, θα μπορούσε να δώσει ώθηση σε συμπεριφορές διαφορετικές από αυτές παρατηρούνται στο σπίτι, πέρα από τις υποκειμενικές διαφορές και τα ελλιπή εφόδια των παρατηρητών.

 

Ως αιτία του ADHD θεωρείται η γενετική προδιάθεση στην αλληλεπίδρασή της με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Δηλαδή, ο κίνδυνος νόσησης αυξάνεται όταν υπάρχουν αρνητικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες και μειώνεται όταν υπάρχουν προστατευτικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες. (Wolraich, 2000). Αλλά και η γενετική προδιάθεση δεν σημαίνει κάποιον φαταλιστικό υπερπροσδιορισμό : σημαίνει την παρεμβολή της σύνθεσης κάποιων πρωτεϊνών που, με τη σειρά τους, επηρεάζονται από παράγοντες περιβαλλοντικούς, όπως το στρες, τα τραύμα, η έλλειψη γονικής φροντίδας.

 

Μια ανάλυση των πειραματικών δοκιμασιών που χρησιμοποιούνται για την προσοχή και την υπερδραστηριότητα αναδεικνύει δεδομένα που δείχνουν ότι τα παιδιά είναι σε θέση να δώσουν προσοχή σε δραστηριότητες που τους είναι ευχάριστες, ενώ είναι απρόσεχτα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τη μάθηση, αν στη δική τους αντίληψη είναι λιγότερο ευχάριστες. Μπορούμε, τότε, να μιλήσουμε για «έλλειψη προσοχής σ΄ ένα περιβάλλον με μικρά κίνητρα», ή για «άγχος της μάθησης». ΄Η για συμπεριφορές υπερκινητικές σ΄ ένα οικογενειακό πλαίσιο με παθολογική επικοινωνία και άλλου τύπου σοβαρά ψυχοπαθολογικά προβλήματα. (Consensus Internazionale, 2005)*.

 

Θεραπευτικά, οι κύριες παρεμβάσεις είναι, από τη μια, αυτές που ενεργούν πάνω στο περιβάλλον του παιδιού, το οποίο τροποποιούν για ν΄ ανταποκριθεί καλλίτερα στις ανάγκες του και, από την άλλη, υποστηρίζουν το παιδί στην ανάπτυξη στρατηγικών που του επιτρέπουν να παρακάμψει το πρόβλημα. Κανονικά το φάρμακο θα έπρεπε να επιφυλάσσεται για ένα πολύ μικρό ποσοστό πολύ βαριών περιπτώσεων.

 

Η θεραπεία με τη ριταλίνη, αν και βοηθά στην καλλίτερη κοινωνική αποδοχή του παιδιού, δεν βελτιώνει καθαυτή τη σχολική απόδοση των παιδιών, στο βαθμό που οι διαδικασίες που συνδέονται με τη μάθηση είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από το απλώς να «προσέχει κανείς». (Breggin, 2001). Λειτουργώντας, μάλιστα, σε αντίστροφη κατεύθυνση, η ευρεία χρήση της ριταλίνης, ως πρωταρχικής, ή και μονομερούς, απάντησης στο πρόβλημα, θα έχει ως συνέπεια την ακύρωση της δημιουργίας παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών, πράγμα που θα μετατρέψει τη χρήση της σε κοινωνικό έλεγχο.

 

Το ζήτημα είναι, ωστόσο, να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και να προάγουμε παρεμβάσεις σε μια οπτική που ν΄ ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα του προβλήματος. Πρέπει, επομένως, ν΄ αναρωτηθούμε για τη λειτουργία του σχολείου, τα επίπεδα ανοχής του, τις ακαμψίες του και ταυτόχρονα ν΄ αναπτύξουμε τα μέσα για να μπορούμε  ν΄ αναγνωρίζουμε με ακρίβεια τον πληθυσμό που έχει πραγματικά ανάγκη το φάρμακο.

 

Η εμπειρία έχει δείξει, πέραν πάσης αμφισβητήσεως, ότι το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών με αυτό το πρόβλημα μπορεί να βελτιωθεί με διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται γονείς, σχολείο, υπηρεσίες ψυχικής υγείας. (Consensus Internazionale, 2005).

 

Η απάντηση που επικεντρώνεται στη φαρμακολογική παρέμβαση, συλλαμβάνει και απαντά στο πρόβλημα μονοδιάστατα και απλοποιητικά, αντιμετωπίζοντάς το ως ατομικό, ψυχολογικό/βιολογικό πρόβλημα. Το σχολείο ως τέτοιο, η οργάνωσή του, η λειτουργία του, οι στόχοι του, το περιεχόμενο και η μεθοδολογία της διδασκαλίας, οι σχέσεις ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους, το «κλίμα» και η «ατμόσφαιρα» μέσα στην τάξη, η καλλιέργεια, ή όχι, της δημιουργικότητας, της συμμετοχής και της πρωτοβουλίας ενάντια στην παθητικότητα και τη μηχανική αποστήθιση - όλα αυτά μένουν απ΄ έξω (Listanti et al. 2003, P. Vanini, 2003, Feuerstein et al, 1995, Bassi et al. 2007). Κανένας προβληματισμός, πχ, για το παραδοσιακό σχολικό πλαίσιο, με τη μετωπική διάταξη για τη διεξαγωγή του μαθήματος και τα παιδιά ακίνητα στα θρανία, διάταξη που λειτουργεί εκρηκτικά για τα παιδιά με το ADHD, όπως και για τα αυτιστικά, τα σπαστικά κλπ. Εχει, ωστόσο, παρατηρηθεί ότι, σ΄ ένα περιβάλλον που απαιτεί πολλή κίνηση και ταχύτητα σχέσεων και δράσεων, το παιδί με ADHD λειτουργεί καλλίτερα από τα κανονικά….

 

Τα υπερκινητικά παιδιά έχουν, προφανώς, ανάγκη συγκεκριμένων τροποποιήσεων του περιβάλλοντος τους, πάνω απ΄ όλα του σχολικού (διδακτικές δραστηριότητες δομημένες και προβλέψιμες, οργανωμένες για μικρά χρονικά διαστήματα εναλλασσόμενα από διαλείμματα, διευκολυντική οργάνωση των χώρων της τάξης, ισχυρή υπογράμμιση των θετικών  πλευρών). (Listanti et al. 2003, Feuerstein et al. 1995).

 

Τελευταία, στις ΗΠΑ και Αγγλία αναπτύσσεται η «κουλτούρα του ADHD», ότι αυτό είναι ένα οργανικό σύνδρομο, που δεν έχει τύχει της αναγκαίας αναγνώρισης και από την άλλη, κινητοποίησης των οικογενειών για ν’ αναγνωρισθεί.

 

Η κατασκευή του συνδρόμου ως προβλήματος προωθείται στον ίδιο βαθμό που καταρρέει το σχολείο ως «χώρος ζωής», προς χάριν ενός «άλλου σχολείου», προσαρμοσμένου, πλέον, στις ανάγκες της αγοράς - την ίδια στιγμή που η κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος το οδηγεί στην παράλυση, καθιστώντας αδύνατη ακόμα και την πιο υποτυπώδη, την πιο στοιχειώδη, καθημερινή λειτουργία του. Το σχολείο γίνεται πεδίο επιλογών στο επίπεδο της αξιολόγησης και του διαχωρισμού στη βάση της ικανοτήτων του καθενός - με το δάσκαλο περισσότερο ένα προμηθευτή πληροφοριών που προετοιμάζει τους νέους για την αγορά και λιγότερο ένα πρόσωπο που «ζει μαζί και αλληλεπιδρά με άλλους ομοίους», δημιουργώντας κουλτούρα και κοινωνικές σχέσεις. Ο ειδικός και το φάρμακο κινδυνεύουν, έτσι, να παρουσιάζονται ως η μόνη και εύκολη απάντηση σε όλα τα κακά, που δεν βρίσκουν πραγματική απάντηση στο κοινωνικό πεδίο, την ίδια στιγμή που οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας διαιωνίζουν ένα φτωχό περιεχόμενο δουλειάς (που περιορίζεται στη λειτουργία «εξωτερικού ιατρείου») και υιοθετώντας ιδιωτικοοικονομικές λογικές, σε μια διαδικασία ανοιχτής, ή συγκαλυμμένης ιδιωτικοποίησης. (Giannichedda, 2004).

 

Αυτό που απαιτείται είναι μια ριζικά διαφορετική κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της θεωρητικής και πρακτικής απόρριψης του επικρατούντος επιστημονικού παραδείγματος της ψυχιατρικής (και της ψυχολογίας). Μόνο μ΄ αυτούς τους όρους είναι δυνατό να φανταστεί κανείς την ανατροπή του κλίματος και των πρακτικών στο χώρο των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, σε κατεύθυνση αντίθετη με αυτή της ιατρικοποίησης (και της ψυχολογικοποίησης) του ψυχικού πόνου και ενεργού αντίστασης, ιδιαίτερα των ψυχιάτρων, στη μετατροπή τους σε εκούσιους διαμεσολαβητές των προϊόντων των φαρμακευτικών εταιρειών προς αυτούς που καταφεύγουν στη βοήθειά τους και ανάκτησης της θεραπευτικής σχέσης μαζί τους.

 

 

 

 

 

  ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:

* Consensus Internazionale, 2005 : ADHD e abuso nella prescrizione di psicofarmaci ai minori”. Αναλυτικό κείμενο για το ζήτημα της επανακυκλοφορίας, στη Ιταλία, της ριταλίνης, το οποίο συντάχθηκε και κυκλοφόρησε με πρωτοβουλία της οργάνωσης ‘Giu le mani dai bambini” και το οποίο συνυπέγραψαν δεκάδες οργανώσεις και φορείς στο χώρο της ψυχικής υγείας, των εναλλακτικών μεθόδων ιατρικής και θεραπείας, πανεπιστημιακοί φορείς, η Ευρωπαϊκή Ψυχαναλυτική Εταιρεία και πλήθος άλλοι.

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

1. Basaglia, Franco, 1982 : «Deliri primari e deliri secondari e problemi fenomenologici di inquadramento”. Scritti, vol I, Einaudi.

2. Bassi Elena, Firolamo Grigorio, Di Pietro Mario, 2007 : “L’ alunno iperattivo in classe. Problemi di comportamento e strategie educative”. Edizioni Erickson.

3. Breggin, Peter, 2001 : “Talking back to Ritalin. What Doctors aren’ t telling you about stimulants and ADHD”. Perseus Books.

4. Di Paola, Furio, 2000 :” L’ istituzione del male mentale. Critica dei fondamenti scientifici della psichiatria biologica”. Roma, Manifesto Libri.

5. Feuerstein R. e coll, 1995 : “Non accetarmi come sono”, Sansoni Editrice.

6. Foucault, Michel, 1978 : «Ιστορία της σεξουαλικότητας.1. Η δίψα της γνώσης». Ελληνική Εκδοση, Ράππας, 1982.

7. Galimberti, Umberto, 1996 : «Τοπία Ψυχής». Ελληνική έκδοση, Ιταμός, 2001.

8. Giannichedda, Maria Grazia, 2004 :”Arriva in Italia il Ritalin, le diverse voci in campo. Come “trattare” l’ alluno terribile”. Roma, Il Manifesto, 26 Νοέμβρη 2004.

9. Horwitz, V. Allan, 2002 : “Creating Mental Illness”. The University of Chicago Press.

10. Listanti Fiorella e coll, 2003 : “ Psicologia Scolastica : nascita di una presenza nella realta di Terni. Implementazione di un modello di intervento”. Psicologia Scolastica, vol. 2, anno 2003. Ed. Carlo Amore.

11. Shorter, Edward, 1997 :”A History of Psychiatry”. USA, John Wiley & Sons.

12. Rotelli, Franco, 1988 :” L’ istituzione inventata”. Περιλαμβάνεται στο τόμο «Per La Normalita”, Τεργέστη, Edizioni e, 1994.

13.Vanini P. 2003 : “Potenziare la mente? Una scomessa possible, l’ appredimento mediato secondo il metodo Feuerstein”. Editrice Vannini, Brescia.

14. Warner, Richard, 2006 :”National Depression Screening Day - A Scary Day”., Independent Media Center, indymedia.οrg, 4 Οκτώβρη 2006.

11. Wolraich, L. Mark, MD, 2000 :”ADHD: Current Diagnosis and Treatment”. American Academy of Pediatrics, Annual Meeting. Medscape Today.

 

 


Νέα του Blog

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

20.02.2017 | Slider
Εμφανίσεις: 145